ρωσικός

-ή, -ό και ρώσικος και ρούσικος, -η, -ο, Ν [Ρωσία]
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη Ρωσία ή στους Ρώσους ή αυτός που προέρχεται από τη Ρωσία (α. «ρωσική γλώσσα» β. «ρωσική βότκα»)
3. (το ουδ. πληθ. ώς ουσ.) τα Ρωσικά
η ρωσική γλώσσα
4. φρ. «Ρωσικό Κόμμα» — το αξιολογότερο πολιτικό κόμμα κατά την ελληνική επανάσταση τού 1821 υπό την αρχηγία τού Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, τού οποίου η σπουδαιότητα μειώθηκε μετά την ήττα τής Ρωσίας κατά τον Κριμαϊκό Πόλεμο και το οποίο εξαφανίστηκε μετά την εκθρόνιση τού Όθωνα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ρωσικός — ή, ό русский; ΦΡ. Ρωσσική Ορθόδοξη Εκκλησία Русская Православная Церковь (РПЦ) – 5 я по диптиху Православная Церковь во Вселенском Православии …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ρωσικός — ρωσικός, ή, ό και ρούσικος, η, ο αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη Ρωσία ή στους Ρώσους: Ονομαστά είναι τα ρωσικά μπαλέτα. Το ουδ. στον πληθ. ως ουσ., ρωσικά, τα η ρωσική γλώσσα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ρωσικός — [росикос] еж. русский …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Ρωσία — H Pωσική Oμοσπονδία αποτελεί το μεγαλύτερο σε έκταση κράτος της γης. Tα σύνορά της ξεκινούν από την Eυρώπη, καλύπτουν όλη την Aσία και φτάνουν στην Άπω Aνατολή. Bόρεια και ανατολικά βρέχεται από τον Aρκτικό και τον Eιρηνικό Ωκεανό και στα δυτικά… …   Dictionary of Greek

  • Τολστόι — Επώνυμο Ρώσων συγγραφέων, καλλιτεχνών και κοινωνικών παραγόντων, που είχαν τον τίτλο του κόμη. 1. Αλεξέι Κονσταντίνοβιτς (Πετρούπολη 1817 – Κράνσι Ρογκ, Τσερνίγκοφ 1875). Ποιητής, πεζογράφος και θεατρικός συγγραφέας). Από αριστοκρατική οικογένεια …   Dictionary of Greek

  • αστροναυτική — Επιστήμη η οποία οφείλει την ανάπτυξή της στην προσπάθεια κατάκτησης του Διαστήματος. Η α. είναι το σύνολο των θεωρητικών ερευνών και των πρακτικών εφαρμογών σχετικά με την κίνηση οχημάτων στο Διάστημα, που ξεκινούν από τη Γη, προωθούνται με… …   Dictionary of Greek

  • ναυτικό — Το σύνολο των πλοίων και των κάθε είδους πλωτών μέσων, των λιμανιών, των ναυτικών εγκαταστάσεων και των πληρωμάτων, με τα οποία αναπτύσσεται η ανθρώπινη δραστηριότητα στη θάλασσα. Διακρίνεται στο εμπορικό ν. ή εμπορική ναυτιλία, που ασχολείται με …   Dictionary of Greek

  • Βλαδιβοστόκ — (Vladivostok).Πόλη (597.000 κάτ. το 2002) και λιμάνι της νοτιοανατολικής Ρωσίας, πρωτεύουσα του Παράκτιου Διαμερίσματος (Primorskiy Kray, 165.900 τ. χλμ., 2.174.400 κάτ.) της ομόσπονδης περιοχής της ρωσικής Άπω Ανατολής, το οποίο επεκτείνεται σε… …   Dictionary of Greek

  • ναροντνίκοι — Πολιτικό και πνευματικό κίνημα, που αναπτύχθηκε τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αι. στη Ρωσία και διατηρήθηκε ουσιαστικά έως την επανάσταση των μπολσεβίκων (1917), με διάφορες μεταρρυθμιστικές ή και επαναστατικές τάσεις, οι οποίες απέβλεπαν σε… …   Dictionary of Greek

  • Русская посольская церковь (Афины) — Православная церковь Троицкая церковь Ρωσικός ναός Αγίας Τριάδος (Σώτειρα Λυκοδήμου) Страна Греция Город …   Википедия

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.